Search Results

Number of Results: 1

MDS

a

b

c

d

e

f

g

h

i

j

k

l

m

n

o

p

q

r

s

t

u

v

w

x

y

z

ΕΚΔΥΣΗ

Definition

Περιοδική εποβολή του εξωτερικού καλύμματος, όπως ο εξωσκελετός στα Αρθρόποδα (γαρίδες, καβούρια, αστακοί κλπ). Μετά την έκδυση τα άτομα είναι ιδιαίτερα ευάλωτα στην θήρευση. Στην υδατοκαλλιέργεια αυτές οι φάσεις έκδυσης είναι ιδιαιτέρας σημασίας λόγω της αυξημένης τρωτότητας στον καννιβαλισμό.

English Greek Portuguese Swedish