a

b

c

d

e

f

g

h

i

j

k

l

m

n

o

p

q

r

s

t

u

v

w

x

y

z

ΔIΑΦΡΑΓΜΑ

Definition

(1) Σταθερό ή κινητό πέτασμα χρησιμοποιούμενο για τον διαχωρισμό ή την κατακράτηση σωματιδιακού υλικού στο νερό. (2) ΕΞΕΤΑΣΗ: Η εξέταση ατόμων γιά την παρουσία μιάς ασθένειας.

English French Spanish Greek Norwegian German Italian