a

b

c

d

e

f

g

h

i

j

k

l

m

n

o

p

q

r

s

t

u

v

w

x

y

z

ΜΟΝΟΦΥΛΕΤΙΚΗ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ

Definition

Η επιλογή ή καλλιέργεια ενός μόνο φύλου από ένα είδος σε μία μονάδα υδατοκαλλιέργειας ώστε να αποφεύγεται η ανεξέλεγκτη αναπαραγωγή ή γιά να επιτυγχάνονται μεγαλύτερες αποδόσεις. Συχνά χρησιμοποιείται στην καλλιέργεια των σολομοειδών και της τιλάπια

English French Spanish Greek Norwegian German Italian