a

b

c

d

e

f

g

h

i

j

k

l

m

n

o

p

q

r

s

t

u

v

w

x

y

z

SCREENING

Definition

Εξέταση ενός πληθυσμού (ή αντιπροσωπευτικού του δείγματος) με σκοπό να ανιχνευθεί η παρουσία μιας κατάστασης ή ενός χαρακτηριστικού (π.χ. μιας ασθένειας).

English French Spanish Greek Norwegian German Italian