a

b

c

d

e

f

g

h

i

j

k

l

m

n

o

p

q

r

s

t

u

v

w

x

y

z

ΨΕΥΔΟΒΡΑΓΧΙΟ (2)

Definition

Στα ψάρια τo υπόλειμμα του πρώτου βραγχιακού τόξου, το οποίο συχνά δεν επιτελεί αναπνευστική λειτουργία και το οποίο ενδέχεται να έχει σχέση με ορμονική ενεργοποίηση της ανθρακικής έκκρισης. Το ψευδοβράγχιο είναι πλούσιο σε ανθρακική ανυδράση.

English French Spanish Greek Norwegian German Italian