Search Results

Number of Results: 1

WRASSE

a

b

c

d

e

f

g

h

i

j

k

l

m

n

o

p

q

r

s

t

u

v

w

x

y

z

ΟΞΥΓΟΝΩΤΗΣ

Definition

Υλικό όπως μια αερόπετρα, δια του οποίου διοχετεύεται αέρας ή οξυγόνο για να ενισχυθεί η διάχυση του οξυγόνου στο νερό.

English French Spanish Greek Norwegian Polish Hungarian Turkish Galician