Search Results

Number of Results: 1

UDN

a

b

c

d

e

f

g

h

i

j

k

l

m

n

o

p

q

r

s

t

u

v

w

x

y

z

ΑΛΛΕΡΓIΚΗ ΑΝΤIΔΡΑΣΗ

Definition

Επίκτητη ευαισθησία κατά την οποία ένα ευαίσθητο υποκείμενο αντιδρά σε μια ουσία που προκαλεί αλλεργία (αντιγόνο), με μια σημαντική αλλαγή στην ανοσολογική του αντίδραση. Οι αλλεργικές αντιδράσεις διαχωρίζονται σε: βακτηριακές, επαφής, αναβολικές, φαρμακευτικές, άμεσες, λανθάνουσες.

English French Spanish Greek Norwegian Polish Hungarian Turkish Galician