Search Results

Number of Results: 0

Sorry, no results were returned

a

b

c

d

e

f

g

h

i

j

k

l

m

n

o

p

q

r

s

t

u

v

w

x

y

z

ΜΟΝΟΓΟΝΙΔΙΑΚΟΣ, ΜΟΝΟΓΟΝΙΚΟΣ

Definition

(1) χρησιμοποιείται γιά χαρακτηριστικά ή γνωρίσματα που ελέγχονται από ένα μόνο γονίδιο, μονοπαραγοντικός πρβ. διγονιδιακός (2) ΜΟΝΟΓΟΝΙΚΟΣ: Οργανισμός που παράγει μόνο αρσενικούς ή μόνο θηλυκούς απογόνους (3) χρησιμοποιείται γιά οργανισμούς που αναπαράγονται αγενώς, ή γιά την αγενή αναπαραγωγή , 4) συχνά χρησιμοποιείται γιά παράσιτα που ολοκληρώνουν τον κύκλο ζωής τους σε ένα μόνο είδος-ξενιστή.

English French Spanish Greek Norwegian Polish Hungarian Turkish Galician