a

b

c

d

e

f

g

h

i

j

k

l

m

n

o

p

q

r

s

t

u

v

w

x

y

z

PCR

Definition

ΑΛΥΣΙΔΩΤΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΠΟΛΥΜΕΡΑΣΗΣ. Μέθοδος με την οποία πολλαπλασιάζονται εκθετικά συγκεκριμένες περιοχές DNA, χρησιμοποιώντας κατάλληλους πριμοδότες (βλ.λ.) μαζί με μια ανθεκτική στη θερμοκρασία DNA πολυμεράση. Η τεχνική αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί μαζί με την ανάστροφη μεταγραφή (βλ.λ) ενός συγκεκριμένου RNA (RT-PCR), παράγοντας ένα ενισχυμένο, δίκλωνο DNA, το οποίο είναι συμπληρωματικό στο RNA στόχος. Σε ορισμένες περιπτώσεις είναι δυνατόν να προσδιοριστεί με την τεχνική αυτή ακόμα και ένα μοναδικό μόριο DNA.

English French Spanish Greek Norwegian Polish Hungarian Turkish Galician