Search Results

Number of Results: 5

NITROBACTER

NITROSOMONAS

NPP

NPU

NUVAN

a

b

c

d

e

f

g

h

i

j

k

l

m

n

o

p

q

r

s

t

u

v

w

x

y

z

ΝΙΤΡΙΚΟ

Definition

Ενωση περιέχουσα άζωτο ενωμένο με τρία άτομα οξυγόνου. Το τελικό προϊόν της αερόβιας σταθεροποίησης του οργανικού αζώτου. Η παρουσία του στο νερό είναι ένδειξη οργανικού εμπλουτισμού ή αγροτικής ή βιομηχανικής ρύπανσης. Σε αντίθεση με τα νιτρώδη, τα νιτρικά είναι γενικά χαμηλής τοξικότητας για τα ψάρια. Επομένως το νερό στις μονάδες εκτροφής μπορεί να αποτοξικοποιείται με οξείδωση των νιτρωδών προς νιτρικά. Συχνά χρησιμοποιείται ως λίπασμα σε δεξαμενές καλλιέργειας.

English French Spanish Greek Norwegian Polish Hungarian Turkish Galician