a

b

c

d

e

f

g

h

i

j

k

l

m

n

o

p

q

r

s

t

u

v

w

x

y

z

ΓΕΝΕΤIΚΗ ΩΡIΜΑΝΣΗ

Definition

Διεργασία που προκαλείται από τις γοναδοτροπικές ορμόνες της υπόφυσης, η οποία συνίσταται στην ανάπτυξη των γενετικών και γοναδικών χαρακτηριστικών ενός οργανισμού, ο οποίος αποκτά ικανότητα αναπαραγωγής.

English French Spanish Greek Norwegian Polish Hungarian Turkish Galician