a

b

c

d

e

f

g

h

i

j

k

l

m

n

o

p

q

r

s

t

u

v

w

x

y

z

ΜΕΤΑΛΛΑΞΗ

Definition

(1) Αιφνίδια και κληρονομήσιμη μεταβολή του γενετικού υλικού, συχνότατα μεταβολή ενός μόνο γονιδίου μέσω διπλασιασμού, αντικατάστασης ή διαγραφής ενός αριθμού ζευγών βάσεων του DNA. (2) Οι οργανισμοί που έχουν υποστεί μεταλλαγή ονομάζονται μεταλλαγμένοι.

English French Spanish Greek Norwegian Polish Hungarian Turkish Galician