a

b

c

d

e

f

g

h

i

j

k

l

m

n

o

p

q

r

s

t

u

v

w

x

y

z

ΜΕΤΑΣΤΑΣΗ

Definition

(1) Αλλαγή της κατάστασης, μορφής, θέσης ή λειτουργίας (2) Η μετανάστευση παθογόνων οργανισμών εντός του σώματος του ξενιστή.

English French Spanish Greek Norwegian Polish Hungarian Turkish Galician