a

b

c

d

e

f

g

h

i

j

k

l

m

n

o

p

q

r

s

t

u

v

w

x

y

z

ΠΡΟΝΕΦΡΟΣ

Definition

Ο πρόνεφρος ή "πρόσθιο τμήμα του νεφρού" των ψαριών και αμφιβίων.

English French Spanish Greek Norwegian Polish Hungarian Turkish Galician