a

b

c

d

e

f

g

h

i

j

k

l

m

n

o

p

q

r

s

t

u

v

w

x

y

z

ΥΠΟΤΡΟΦΙΑ (ΥΠΟΠΛΑΣΙΑ)

Definition

(1) Στην παθολογία: ελάττωση σε μέγεθος, ανώμαλη ανάπτυξη (2) Στην λιμνολογία: υδατικό σύστημα με ανεπαρκή ποσότητα θρεπτικών

English French Spanish Greek Norwegian Polish Hungarian Turkish Galician