a

b

c

d

e

f

g

h

i

j

k

l

m

n

o

p

q

r

s

t

u

v

w

x

y

z

ΓΛΑΥΚΩΜΑ

Definition

Ασθένεια του ματιού που χαρακτηρίζεται από αυξημένη πίεση του οφθαλμικού βολβού, η οποία προκαλεί βλάβη στον οπτικό δίσκο και βαθμιαία απώλεια της όρασης.

English French Spanish Greek Norwegian Polish Hungarian Turkish Galician