a

b

c

d

e

f

g

h

i

j

k

l

m

n

o

p

q

r

s

t

u

v

w

x

y

z

GH

Definition

ΑΥΞΗΤIΚΗ ΟΡΜΟΝΗ (GH): Growth Hormone. Πεπτιδική ορμόνη, που εκκρίνεται από την οπίσθια υπόφυση και που έχει ως κύρια λειτουργία τη ρύθμιση της αύξησης, μέσω αυξημένης λήψης τροφής και βελτιωμένης μετατρεψιμότητας. Η αύξηση των ψαριών είναι δυνατόν να ενισχυθεί με τη χορήγηση εξωγενούς GH ή με την εισαγωγή γονιδίων GH στο γονιδίωμα των ψαριών (διαγονιδιακά ψάρια). Τέτοιες μέθοδοι υπόκεινται σε ρυθμιστικούς περιορισμούς σε πολλές χώρες. Συν. σωματοτροπίνη.

English French Spanish Greek Norwegian Polish Hungarian Turkish Galician