a

b

c

d

e

f

g

h

i

j

k

l

m

n

o

p

q

r

s

t

u

v

w

x

y

z

GEOSMIN

Definition

Γεύση-οσμή σχετιζόμενη με το περιβάλλον, όπως είναι η οσμή "λάσπης" ή "μούχλας" ή μουχλιασμένη που μπορεί να διαποτίσει τα ψάρια που καλλιεργούνται σε δεξαμενές (π.χ. Αμερικανικό γατόψαρο η κυπρίνος). Αυτό είναι αποτέλεσμα της κατανάλωσης κυανοφυκών που παράγουν την ένωση γεωσμίνη. Η κακοσμία εξαλείφεται με την διατήρηση των ψαριών σε ρέον νερό επί 7-14 ημέρες.

English French Spanish Greek Norwegian Polish Hungarian Turkish Galician