a

b

c

d

e

f

g

h

i

j

k

l

m

n

o

p

q

r

s

t

u

v

w

x

y

z

ΒΑΚΤΗΡIΟΒΟΡΟΣ

Definition

Οργανισμός (π.χ. βλεφαριδωτά ή αμοιβάδες) που καταναλώνει βακτήρια, ως κύρια ή μοναδική πηγή τροφής (πρβλ. τριπτοβόρος).

English French Spanish Greek Norwegian Polish Hungarian Turkish Galician