a

b

c

d

e

f

g

h

i

j

k

l

m

n

o

p

q

r

s

t

u

v

w

x

y

z

ΚΟΡΤΙΖΟΛΗ

Definition

Μια γλυκοκορτικοειδή ορμόνη γνωστή και ως υδροκορτιζόνη που παράγεται από το φλοιό των επινεφριδίων και προάγει τη σύνθεση της γλυκόζης. Είναι υπεύθυνη για την αύξηση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα, επηρεάζοντας ταυτόχρονα το μεταβολισμό των πρωτεϊνών και των λιπιδίων. Βελτιώνει την απόδοση των μυών καθώς ενεργοποιεί το μηχανισμό της φωσρφορυλίωση. Εκκρίνεται σε μεγάλες ποσότητες σε συνθήκες στρες με αποτέλεσμα να αυξάνονται σημαντικά τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα. Αυξάνει επίσης την ευαισθησία των αορτών των λείων μυών στην αδρεναλίνη (βλ.λ.). Είναι επίσης γνωστή για την αντι-φλεγμονώδη αντι-αλλεργική και αντιτοξική της δράση. Αυξημένα επίπεδα κορτιζόλης στα ψάρια αποτελούν ένδειξη κατάστασης στρες.

English French Spanish Greek Norwegian Polish Hungarian Turkish Galician