a

b

c

d

e

f

g

h

i

j

k

l

m

n

o

p

q

r

s

t

u

v

w

x

y

z

ΚΕΡΚΑΡΙΟ

Definition

Νύμφη των τρηματωδών από την οποία παράγονται ρεδίες ή σποροκύστεις σε μολυσμένα σαλιγκάρια. Πολλαπλασιάζονται αγενώς από νύμφες ρέδιες οι οποίες παρασιτούν σε σαλιγκάρια. Τα κερκάρια μολύνουν διάφορους ξενιστές.

English French Spanish Greek Norwegian Polish Hungarian Turkish Galician