a

b

c

d

e

f

g

h

i

j

k

l

m

n

o

p

q

r

s

t

u

v

w

x

y

z

ΧΟΛΗ

Definition

Ουσία (πρασινό-καφέ αλκαλικό υγρό) η οποία παράγεται από τη χοληδόχο κύστη και απελεθερώνεται στο έντερο βοηθώντας έτσι την πέψη. Η χολή συμμετέχει σε ένα μεγάλο αριθμό λειτουργιών; για παράδειγμα ομοιογενοποιεί λίπη και εξουδετερώνει το χαμηλό pH των ημί-αφομοιωμένων τροφών καθώς αυτές φεύγουν από το στομάχι και εισέρχονται στο λεπτό έντερο.

English French Spanish Greek Norwegian Polish Hungarian Turkish Galician