a

b

c

d

e

f

g

h

i

j

k

l

m

n

o

p

q

r

s

t

u

v

w

x

y

z

ΒΑΣΕΟΦIΛΟΣ (ουσ.)

Definition

Ουσία ή συστατικό ιστού (π.χ. λευκοκύτταρο), το οποίο έχει την τάση να χρωματίζεται από αλκαλικές χρωστικές (π.χ. ένα κοκκιοκύτταρο, ικανό να πέψει μικροοργανισμούς). Κανονικά, ο αριθμός τους είναι πολύ μικρός στο αίμα. Υπάρχουν μερικά ερωτηματικά για το αν τέτοια κύτταρα υπάρχουν στα ψάρια.

English French Spanish Greek Norwegian Polish Hungarian Turkish Galician