a

b

c

d

e

f

g

h

i

j

k

l

m

n

o

p

q

r

s

t

u

v

w

x

y

z

ΑΥΤΟΛΥΣΗ

Definition

Αυτοχώνευση, αυτοδιάσπαση. Αυθόρμητη διάσπαση ιστών ή κυττάρων υπό την επίδραση των δικών τους αυτογενών ενζύμων. Συμβαίνει μετά τον θάνατο και υπό ορισμένες παθολογικές συνθήκες. Μετά τον θάνατο οι μεμβράνες των λυσοσωμάτων γίνονται περισσότερο διαπερατές και οι πρωτεάσες εισχωρούν στο κυτταρόπλασμα προκαλώντας την αυτοχώνευση. Η μονιμοποίηση σταματά την δράση αυτών των ενζύμων.

English French Spanish Greek Norwegian Polish Hungarian Turkish Galician